Terjemahan bahasa Inggris-bahasa Yunani untuk "worry"

EN

"worry" bahasa Yunani terjemahan

volume_up
worry {kt bnd}

EN worry
volume_up
{kata benda}

Sinonim (bahasa Inggris) untuk "worry":

worry

Contoh penggunaan untuk "worry" di bahasa Yunani

Kalimat ini berasal dari sumber eksternal dan mungkin tidak akurat. bab.la tidak bertanggung jawab atas isinya. Baca lebih lanjut disini.

EnglishAbove all, perhaps, we worry about human trafficking, and the awful cost of it.
Κυρίως, ίσως, ανησυχούμε για την παράνομη διακίνηση ανθρώπων και το φοβερό της κόστος.
EnglishPlaylist (6 talks) What doctors worry about Playlist (12 talks) Related talks
Playlist (9 talks) The autism spectrum Playlist (8 talks) Related talks
EnglishDon't worry. It's not necessary for understanding the importance of what I'm going to say.
Μην ανησυχείτε. Δεν είναι απαραίτητο για να καταλάβετε τη σημασία αυτών θα ακολουθήσουν.
EnglishIf you've deleted an old campaign but want to re-activate it, don't worry.
Εάν έχετε διαγράψει μια παλιά καμπάνια αλλά θέλετε να την επανενεργοποιήσετε, μην ανησυχείτε.
EnglishForget nuclear holocaust; it's the fork that we have to worry about.
Η Σίλβια κάνει εκστρατεία για να σώσει τους ωκεανούς από τις διατροφικές μας συνήθειες.
EnglishWe worry about cocaine coming from the Andean Ridge north.
Ανησυχούμε για την κοκαΐνη που προέρχεται από τις βόρειες κορυφογραμμές των Άνδεων.
EnglishAnd also, the Senate's other worry, the appearance of singularity -- well, it was a singularity back then.
Ο άλλος φόβος της Συγκλήτου, η εμφάνιση ιδιομορφίας-- ε, καλά τότε θεωρούνταν έτσι.
EnglishThey can worry about how much openness is good for them, and what needs to stay closed.
Μπορούν να ανησυχούν για το πόση προσβασιμότητα είναι καλή για αυτούς και δεν πρέπει να δημοσιοποιείται.
EnglishWe worry about the movement of illegal weapons and trafficking.
Ανησυχούμε για την διακίνηση παράνομων όπλων και λαθρεμπορίου.
EnglishI tell people, if it's in the news, don't worry about it.
Λέω στον κόσμο, αν το είπαν στις ειδήσεις, μην ανησυχείτε για αυτό.
English♫ ♫ And you tell me, don't worry so much, you'll be great.
♫ ♫ Και μου λέτε «Μην ανησυχείς τόσο, θα τα πας μια χαρά».
EnglishThe threat to worry about isn't strangers. The threat to worry about is whether or not we're getting our fair share of strangeness.
Η απειλή που πρέπει να μας ανησυχεί δεν είναι οι άγνωστοι.
EnglishDon't worry, I'm not going to call anyone in particular out on any aspects of your own mistakes.
Μην ανησυχείτε, δεν θα κατηγορήσω κανέναν συγκεκριμένα για οποιαδήποτε πτυχή των δικών του λαθών.
EnglishThat's one reason to worry.
Αυτός είναι ένας λόγος για ν' ανησυχούμε.
EnglishYou shouldn't worry about me.
Δεν πρέπει να ανησυχείτε για μένα.
EnglishI said, "Don't worry.
Είπα, "Μην ανησυχείτε.